έφηβος

έφηβος
ο , η юноша; девушка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "έφηβος" в других словарях:

  • ἔφηβος — one arrived at adolescence masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έφηβος — ο, η (ΑΜ ἔφηβος, ὁ, Α δωρ. τ. ἔφαβος) αυτός (ή αυτή) που βρίσκεται στην εφηβική ηλικία, στην ήβη (περίπου από 18 μέχρι 21 ετών), ο νέος (ή η νέα) («ἐπιμελεῑσθαι τῶν ἐφήβων», Αριστοτ.) αρχ. 1. φρ. «εἰς τοὺς ἐφήβους ἐγγραφῆναι» να γραφούν στα… …   Dictionary of Greek

  • έφηβος — ο θηλ. ος και η αυτός που βρίσκεται ανάμεσα στην ώριμη και την παιδική ηλικία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφήβω — ἔφηβος one arrived at adolescence masc nom/voc/acc dual ἔφηβος one arrived at adolescence masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ЭФЕБ —    • Έφηβος.          Через два года (или на второй год) по достижении возмужалости (επι διετες ήβήσαντες), на 18 году жизни молодые люди в Афинах через внесение в Ληξιαρχικόν (общинная книга их дема) объявлялись совершеннолетними и… …   Реальный словарь классических древностей

  • ἐφήβοις — ἔφηβος one arrived at adolescence masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφήβοισι — ἔφηβος one arrived at adolescence masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφήβοισιν — ἔφηβος one arrived at adolescence masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφήβου — ἔφηβος one arrived at adolescence masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφήβους — ἔφηβος one arrived at adolescence masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφήβων — ἔφηβος one arrived at adolescence masc gen pl ἐφηβάω come to man s estate imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐφηβάω come to man s estate imperf ind act 1st sg (homeric ionic) ἐφηβεύω to be an imperf ind act 3rd pl ἐφηβεύω to be an imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»